Ουκρανία: Το μεγάλο ρίσκο του Βλαντίμιρ Πούτιν και ο κίνδυνος γενικευμένης σύγκρουσης

Μεγαλωμένος στη σοβιετική εποχή ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι προφανώς ιδιαίτερα εξοικειωμένος με την έννοια του σχεδίου, του πλάνου. Βεβαίως, ως στέλεχος της KGB, του κρατικού οργανισμού που είχε την καλύτερη εικόνα της πραγματικής κατάστασης της χώρας, γνώριζε καλά ότι οι εκτιμήσεις ότι τα πράγματα πάνε «βάσει σχεδίου» στην πραγματικότητα σήμαιναν ότι τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα και αντιφατικά από όσο φαίνονταν.

Δεν γνωρίζουμε ποιο ήταν το αρχικό σχέδιο της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» στην Ουκρανία, για να δούμε εάν η εξέλιξη της εφαρμογής του παραπέμπει στη… σοβιετική εμπειρία ή σε μια πιο σαφή κατεύθυνση.

Σε αυτό το επίπεδο απλώς εικασία μπορούμε να κάνουμε ως προς έναν σχεδιασμό που εξαρχής είχε δύο στόχους και δύο μεθοδολογίες. Ως προς του στόχους αυτός ήταν η «απελευθέρωση» του Ντονμπάς, στην πλήρη έκτασή του, αφού φαινόταν ότι η Ουκρανία δεν δεχόταν κάποια ομοσπονδιακή λύση όπως αυτή που περιγραφόταν στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Μινσκ και η «αποναζιστικοποίηση» δηλαδή μια «αλλαγή καθεστώτος» στο Κίεβο που θα εξασφάλιζε μια δέσμευση ουδετερότητας της Ουκρανίας. Ως προς τη μεθοδολογία, η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» θα συνδύαζε την επιθετική επιχείρηση κατάληψης υπόλοιπων περιοχών του Ντονμπάς και την επίδειξη δύναμης προς την κυβέρνηση του Κιέβου, κυρίως με την παρουσία ισχυρών δυνάμεων στα όρια της πρωτεύουσας και τα χτυπήματα σε συγκεκριμένες περιοχές και στόχους.

Η αρχική αυτή στοχοθεσία τροποποιήθηκε όταν φάνηκε ότι δεν θα υπήρχε μια γρήγορη κατάρρευση ή συνθηκολόγηση της ουκρανικής πλευράς, πιθανώς και επειδή σε εκείνη τη φάση – σχηματικά τις διαπραγματεύσεις στην Κωνσταντινούπολη – οι δυτικές κυβερνήσεις πίεσαν την ουκρανική να μην υποχωρήσει.

Η πρώτη αλλαγή στο σχεδιασμό

Αυτό οδήγησε στην πρώτη βασική αλλαγή στο ρωσικό σχεδιασμό: απομακρύνθηκαν οι δυνάμεις κοντά στο Κίεβο (καθαυτές ευάλωτες σε χτυπήματα) και η έμφαση ήταν στο Ντομπάς και την προσπάθεια για επέκταση της ζώνης υπό ρωσικό έλεγχο.

Σε αυτή την φάση, ο συνδυασμός ανάμεσα στη δράση των ρωσικών και τσετσινικών δυνάμεων, των πολιτοφυλακών από τις «λαϊκές δημοκρατίες» και μισθοφόρων της Wagner μαζί με τις υπέρτερη ισχύ του ρωσικού πυροβολικού και της αεροπορίας φάνηκε ότι μπορούσε να συμβάλει στο να πετύχουν οι Ρώσοι την κατάληψη σημαντικών εκτάσεων και να καταστρέψουν αρκετό μέρος των ουκρανικών υποδομών.

Ωστόσο ακόμη και σε εκείνη τη φάση η ουκρανική δεν πλευρά δεν ήθελε κάποιου είδους διαπραγμάτευση – εξαίρεση αυτή που έγινε να μπορούν να αποπλέουν πλοία με σιτηρά από τα ουκρανικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας– ενώ και η Δύση συνέχισε να τροφοδοτεί με οπλισμό και να βοηθά στην εκπαίδευση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων που εξαρχής αριθμητικά ήταν υπέρτερες των ρωσικών δυνάμεων στα μέτωπα του πολέμου. Αυτό παρέπεμπε σε έναν πόλεμο που ενείχε και το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων.

Ο όγκος των ρωσικών δυνάμεων και η κλίμακα του μετώπου (πάνω από χίλια χιλιόμετρα) σήμαινε ότι σε διάφορα σημεία οι ρωσικές δυνάμεις ήταν ευάλωτες απέναντι σε αντεπιθέσεις, όπως και φάνηκε στα βορειοανατολικά, που ανεξαρτήτως της προσπάθειας να παρουσιαστεί ως προσχεδιασμένη, η αναδίπλωση ήταν όντως ένα πλήγμα για το ρωσικό σχεδιασμό.

Ο νέος σχεδιασμός, τα δημοψηφίσματα και η κλιμάκωση

Αυτό διαμόρφωσε νέα διλήμματα για τη ρωσική πλευρά ως προς το πώς θα μπορούσε να συνεχίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Φαίνεται ότι πλέον κυριαρχεί η εκτίμηση ότι τόσο η ουκρανική πλευρά όσο και η Δύση δεν πρόκειται να επιστρέψουν σε καμία πολιτική διαπραγμάτευση και άρα θα συνεχίσουν να προσπαθούν να φθείρουν τις ρωσικές δυνάμεις με αντεπιθέσεις και χτυπήματα και σε κατοικημένες περιοχές και με κλιμάκωση της προσφοράς πολεμικού εξοπλισμού στην Ουκρανία.

Αυτό ερμηνεύτηκε από τη ρωσικές πλευρά ως μια σαφή δυτική επιλογή να κλιμακωθεί η αντιπαράθεση με τη Ρωσία, αυτό που ο Ρώσος υπουργός Άμυνας Σοϊγκού περιέγραψε ως πόλεμο της «συλλογικής Δύσης» απέναντι στη Ρωσία.

Αυτό σημαίνει ότι πλέον η Ρωσία θεωρεί ότι οι σχέσεις με τη Δύση είναι σε μια φάση μη αντιστρέψιμης ρήξης και άρα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κατοχυρώσει αυτά που θεωρεί σημαντικά και να περάσει στην κατεξοχήν στρατιωτική αποτροπή. Αυτό σημαίνει μια εκτίμηση ότι οι κυρώσεις από τις δυτικές χώρες θα είναι διηνεκείς, όπως και η διακοπή δεσμών σε διάφορα επίπεδα και ότι η Ρωσία κυρίως θα συναλλάσσεται με τον πολύ μεγάλο αριθμό χωρών που έχουν αρνηθεί να επιβάλουν κυρώσεις.

Αυτό σήμαινε για τη ρωσική ηγεσία ότι έπρεπε να κατοχυρώσει μόνο στρατιωτικά και χωρίς πολιτική διαπραγμάτευση ή λύση, όλα όσα θεωρεί πια κεκτημένα στο ίδιο το έδαφος και ταυτόχρονα να κάνει σαφές στη Δύση ότι πλέον οι επιθέσεις εναντίον ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία θα αντιμετωπίζονται ως επιθέσεις στην ίδια τη Ρωσία.

Αυτό εξηγεί και τη σύμπτωση ανάμεσα στα δημοψηφίσματα και την απόφαση για την αναβάθμιση της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ουκρανία.

Τα δημοψηφίσματα σημαίνουν ότι η Ρωσία θεωρεί ότι δεν υπάρχει περίπτωση ειρηνικής επίλυσης του ουκρανικού ζητήματος ή πολιτικής συνεννόησης με τη Δύση. Γνωρίζει καλά το Κρεμλίνο ότι δεν πρόκειται να αναγνωριστούν οι «προσαρτήσεις» και ότι προφανώς οι κυρώσεις θα παραμείνουν και θα ενισχυθούν. Όμως, θέλει αφενός να εξασφαλίσει μια νομιμοποίηση στο εσωτερικό της Ρωσίας, όπου μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποδέχεται το αφήγημα ότι αυτές οι περιοχές ανήκουν στον «ρωσικό χώρο», να οργανώσει καλύτερα το κομμάτι των τοπικών πληθυσμών που είναι σε φιλορωσική τοποθέτηση και βεβαίως να κάνει τη γραμμή του μετώπου να συμπίπτει με τα σύνορα της Ρωσίας.

Η νέα «κόκκινη γραμμή»

Το τελευταίο σημαίνει ότι οποιαδήποτε επίθεση στα σύνορα αυτά θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση που απειλεί την εδαφική ακεραιότητα της ρωσικής ομοσπονδία και θα αντιμετωπίζεται ανάλογα. Αυτό σημαίνει, επίσης, ότι οι όροι πολεμικής εμπλοκής έχουν κλιμακωθεί επίσης, ενώ δεν ήταν τυχαία η υπενθύμιση ότι η Ρωσία περιλαμβάνει τη χρήση πυρηνικών (συμπεριλαμβανομένων των τακτικών πυρηνικών) στον πολεμικό της σχεδιασμό. Αυτό ουσιαστικά είναι και ένα «πέταγμα γαντιού» προς τη Δύση πλέον η ακεραιότητα των περιοχών που θα ενσωματωθούν στη ρωσική ομοσπονδία μετά τα δημοψηφίσματα είναι η νέα «κόκκινη γραμμή» και άρα θα πρέπει οι δυτικές κυβερνήσεις να σταθμίσουν εάν θα συνεχίσουν να στηρίζουν ουκρανικά σχέδια για ανακατάληψη αυτών των περιοχών κ.λπ.

Νέα κατάσταση – νέα ρίσκα

Ωστόσο, αυτός ο σχεδιασμός ενέχει πολλά και μεγάλα ρίσκα.

Καταρχάς ακόμη και με την αύξηση του αριθμού των ενόπλων από τη ρωσική πλευρά και πάλι ο συσχετισμός θα επιτρέπει ουκρανικές αντεπιθέσεις, δολιοφθορές, χτυπήματα σε ρωσικές περιοχές, υπονόμευση της «σταθερότητας» των περιοχών αυτών (ενδεικτικές οι δολοφονίες αξιωματούχων), ιδίως εάν η Δύση συνεχίσει να προσφέρει οπλισμό για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις που παρά τις μεγάλες απώλειες έχουν ακόμη μεγάλους αριθμούς ενόπλων που θα μπορούσαν να σταλούν στο μέτωπο.

Αυτό θα σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη κινητοποίηση από τη ρωσική πλευρά και θα αυξάνει τον πειρασμό για ακόμη μεγαλύτερα χτυπήματα κατά υποδομών ή και κατοικημένων στόχων, ενώ στο βαθμό που κάποιες από τις επιθέσεις θα θεωρηθούν «δυτικές» κλιμακώνεται ο κίνδυνος για μια συνολικότερη ανάφλεξη.

Τυχόν κλιμάκωση της κινητοποίησης και πέραν των 300.000 που θα κληθούν τώρα θα αυξήσει τις αντιδράσεις και τη δυσαρέσκεια στη Ρωσία, καθώς θα ακυρώνει σταδιακά την εικόνα ότι η ίδια η ρωσική κοινωνία είναι «στεγανοποιημένη» απέναντι στις επιπτώσεις του πολέμου.

Μέχρι τώρα είναι αλήθεια ότι οι αντιδράσεις δεν είναι τέτοιες που απειλούν την κυβέρνηση, αλλά κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Η θέση του «συστήματος Πούτιν» δείχνει ιδιαίτερα ισχυρή ακόμη και τα ρεύματα αμφισβήτησης παραμένουν μειοψηφικά. Όμως, εάν υπάρξει μεγάλος αριθμός απωλειών – που δεν θα μπορούν να δικαιολογηθούν «πατριωτικά» – και οικονομικά / κοινωνικά προβλήματα, τότε το κλίμα θα μπορούσε να τροποποιηθεί.

Έπειτα η παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων είναι πιθανό να δημιουργήσει προβλήματα στη μεγαλύτερη μέχρι τώρα επιτυχία της Ρωσίας που είναι ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα του πλανήτη δεν έχει επιλέξει να πάρει τον δρόμο των κυρώσεων και άρα η ρωσική οικονομία δεν δέχεται μεγάλο πλήγμα. Και αυτό γιατί είναι προφανές ότι οι δυτικές χώρες θα προσπαθήσουν να περάσουν σε σύστημα δευτερογενών κυρώσεων, δηλαδή κυρώσεων σε βάρος των χωρών που συναλλάσσονται με τη Ρωσία, κατά το πρότυπο του συστήματος που εφάρμοσαν οι ΗΠΑ σε βάρος του Ιράν. Αυτό δεν θα το ήθελαν προφανώς αρκετές χώρες που τώρα έχουν στάση «κατανόησης» των ρωσικών θέσεων. Βεβαίως, υπάρχει εδώ και ο αντίστροφος κίνδυνος τυχόν τέτοια κλιμάκωση να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: δηλαδή να υποχρεώσει χώρες να διαλέξουν με ποια πλευρά θα πάνε και άρα να παγιωθεί μια διαίρεση με όρους που δεν τους ήθελε η Δύση. Πάντως δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και η Κίνα, παρότι έχει ρητά υποστηρίξει τη ρωσική θέση για την Ουκρανία και τους στόχους της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» δεν παραλείπει να υπογραμμίζει διαρκώς την ανάγκη αποκλιμάκωσης και ειρηνική διευθέτησης.

Και βέβαια υπάρχει το συνολικότερο πρόβλημα ενός κόσμου με μια τόσο μεγάλη πολεμική σύγκρουση ακριβώς στη διαχωριστική γραμμή «Δύσης» και «Ανατολής». Και ο «Ψυχρός Πόλεμος» είχε μεγάλες «θερμές» συγκρούσεις στην περιφέρεια, όμως ως προς έναν κορμό κρατών, στο έδαφος της Ευρώπης, υπήρξε μια «ισορροπία» και αποφυγή της άμεσης σύγκρουσης ιδίως πάνω στην ευρωπαϊκή «διαχωριστική γραμμή». Αυτό σημαίνει ότι το ενδεχόμενο συνολικότερης θερμής κλιμάκωσης για πρώτη φορά γίνεται τόσο πραγματικό.

Το γεγονός ότι μέχρι στιγμής απουσιάζουν οι επείγουσες πρωτοβουλίες για αποκλιμάκωση και πολιτική λύση, ιδίως από την περιοχή που θα πληρώσει το ακριβότερο τίμημα, δηλαδή την Ευρώπη, δείχνει ότι αυτή τη στιγμή λιγοστεύουν οι όποιοι λόγοι αισιοδοξίας.



Πηγή άρθρου www.in.gr