Από το τριάρι του κάτω ορόφου ακούγονταν καµιάφορά άγριες φωνές και κλάµατα, τόσο που χτύπησα µια µέρατο κουδούνι.Μου άνοιξαν πρόσωπα ξαναµµένα, ζήτησαν συγγνώµη, ένα νεαρόζευγάρι µε µικρό παιδί. Η γυναίκα πανέµορφη, αλλά δεν θα την έλεγεςγυναίκα, έµοιαζε κοριτσάκι. Πέρασαν µήνες µε ησυχία, καληµέρες, χαµόγελα. Χτες στο ασανσέρ µόνη η µαµά και το παιδί, πιάσαµε κουβέντα, επέµενε να µε κεράσει ποτό από τον τόπο της. Είναι Ρουµάνοι. Θα ήθελε να µου δείξει το σπίτι µάλλον, σκέφτηκαόταν τελικά αποφάσισα ναµπω.