Ταξίδι Μητσοτάκη στις ΗΠΑ: Πώς ολοκληρώθηκε με επιτυχία – Η νέα εποχή στις διμερείς σχέσεις

Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον την εβδομάδα που πέρασε, η συνάντηση με τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο τη Δευτέρα και η ιστορική ομιλία στο Κογκρέσο την Τρίτη ήταν ένα εγχείρημα δύσκολο και επίπονο για να επιτευχθεί. Η προσπάθεια είχε ως αρχικό σκοπό η έλευση του Πρωθυπουργού να πραγματοποιηθεί εντός του 2021 και να συνδυαστεί με τα 200 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ωστόσο, η πανδημία είχε άλλα σχέδια. Και όταν η COVID-19 έπαυσε να αποτελεί τον «υπ’ αριθμόν ένα» αποτρεπτικό παράγοντα, εμφανίστηκε ένας νέος και ίσως δυσκολότερος: η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία που ανέτρεψε κάθε βεβαιότητα στη διεθνή σκηνή, αλλά και τις προτεραιότητες της αμερικανικής κυβέρνησης.

Κρίσιμες προσβάσεις στα κέντρα εξουσίας

Ωστόσο, ο στόχος τελικώς επετεύχθη. Και όσοι βρέθηκαν στην πρωτεύουσα των Ηνωμένων Πολιτειών τις τελευταίες ημέρες αντελήφθησαν ότι η Αθήνα διαθέτει κρίσιμες προσβάσεις στα κέντρα εξουσίας. Επειτα δε από μία εξαετία που οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις επικεντρώθηκαν στην εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας – κάτι που αποδεικνύεται από όσα συμβαίνουν σήμερα στην Αλεξανδρούπολη -, το επόμενο στάδιο μοιάζει να είναι μια στενότερη ενεργειακή σχέση που ίσως μπορέσει να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός σχεδίου για να μετατραπεί η χώρα μας σε περιφερειακό κόμβο. Αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει να πάψει η ελληνική εξωτερική πολιτική να ετεροκαθορίζεται από τις επιλογές της Τουρκίας, όπως μονοδιάστατα επιδιώκουν ορισμένοι.

Η επιχείρηση «Ουάσιγκτον»

Οπως «Το Βήμα» είναι σε θέση να γνωρίζει, η επιχείρηση «Ουάσιγκτον» ήταν κάτι για το οποίο ελάχιστοι ήταν ενήμεροι σχετικά με τις λεπτομέρειες και τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις. Την υπόθεση και την πορεία της γνώριζαν από το αρχικό της στάδιο ουσιαστικά μόλις δύο άνθρωποι: ο ίδιος ο Πρωθυπουργός και η στενή συνεργάτις του, η πρέσβειρα της Ελλάδος στην Ουάσιγκτον Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, την οποία ο κ. Μητσοτάκης περιβάλλει με απόλυτη εμπιστοσύνη και μάλιστα επαίνεσε δημοσίως στη Βουλή στην πρόσφατη συζήτηση για την κύρωση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement – MDCA).

Οι κομβικοί Ελληνοαμερικανοί

Η δε ομάδα που βοήθησε να πραγματοποιηθεί η εμβληματική – παρά την εσωτερική κριτική – ομιλία ενώπιον της κοινής συνεδρίασης της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας στο Καπιτώλιο στις 16 Μαΐου (που φέρει την προσωπική σφραγίδα του Πρωθυπουργού, ο οποίος φέρεται να εκμυστηρεύθηκε στοιχεία της μόνο σε 2-3 πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης του), αλλά και να ξεπεραστούν τα εμπόδια που εγέρθησαν από διάφορα πρόσωπα της αμερικανικής πλευράς είχε στον πυρήνα της κομβικά πρόσωπα της ελληνοαμερικανικής κοινότητας: ανθρώπους φτασμένους και επιτυχημένους, οι οποίοι κινήθηκαν αθόρυβα, σήκωσαν το τηλέφωνο όταν χρειάστηκε και μίλησαν σε κομβικά πρόσωπα όταν παρέστη ανάγκη.

Μετά τον αρχικό «πάγο» που είχε επιβάλει εκ των πραγμάτων η πανδημία, η επιχείρηση ανέκτησε δυναμική το περασμένο φθινόπωρο. Ορισμένες αρχικές επαφές από την πλευρά του Πρωθυπουργού, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, είχαν πραγματοποιηθεί τον περασμένο Σεπτέμβριο στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη με σκοπό να αναδείξει στους συνομιλητές του τις σκέψεις και το όραμά του για την επίσκεψη. Σε όλη τη διαδικασία, ένας άνθρωπος που βοήθησε καταλυτικά ήταν ο Αλέξανδρος Καρλούτσος. Πρόσωπο με άριστη γνώση της ανθρωπογεωγραφίας στα αμερικανικά κέντρα εξουσίας, ο γνωστότερος σε πολιτικούς, επιχειρηματικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους ως «father Alex» είναι τα τελευταία 30 χρόνια ο γενικός διευθυντής της Αρχιεπισκοπής Αμερικής. Ηταν αυτός που όταν χρειάστηκε σήκωσε το τηλέφωνο και μίλησε με τον πρόεδρο Μπάιντεν και ανθρώπους του στενού περιβάλλοντός του για να ξεπεραστούν δυσκολίες – γραφειοκρατικού, και όχι μόνο, χαρακτήρα – που είχαν εμφανιστεί και στις οποίες εμπλέκονταν πρόσωπα που δεν έβλεπαν απόλυτα θετικά την πραγματοποίηση της επίσκεψης Μητσοτάκη, ακόμη και όταν είχαν πλέον δοθεί οι σχετικές ημερομηνίες από τον Λευκό Οίκο για την έλευσή του στην Ουάσιγκτον.

Τα ίδια πρόσωπα ήταν εκείνα που αρχικώς θεωρούσαν ότι δεν θα υπήρχε… πρόβλημα να βρίσκεται ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου στην Ουάσιγκτον τις ίδιες ημέρες με τον κ. Μητσοτάκη για να συναντήσει τον Αντονι Μπλίνκεν – πριν τελικά η συνάντηση μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη όπου βρέθηκαν οι δύο άνδρες με αφορμή ένα φόρουμ για τη μετανάστευση. Ο Τζο Μπάιντεν όμως ήθελε να γίνει η επίσκεψη και η εντολή του υπήρξε καταλυτική. Οσο για το πόσο την ήθελε, μια ματιά στα θερμά λόγια που είπε στη δεξίωση που ακολούθησε τη συνάντηση με τον κ. Μητσοτάκη, το απόγευμα της Δευτέρας 16 Μαΐου, μιλάει από μόνη της.

Η βασική επιδίωξη της ελληνικής πλευράς και του Πρωθυπουργού προσωπικά ήταν να μην… τουρκοποιηθεί η επίσκεψη και οι συναντήσεις τόσο με τον κ. Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο όσο και με κομβικούς συνομιλητές στο Κογκρέσο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμπεριφορά της Αγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτέλεσε ένα από τα βασικά κομμάτια των συζητήσεων (η δε στάση της στην υποψηφιότητα Φινλανδίας και Σουηδίας να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ ανέδειξε, μάλλον άκοπα, πόσο «ενοχλητική» μπορεί να γίνει η Αγκυρα). Ο στόχος όμως ήταν να αναδειχθεί η σημασία της Ελλάδος ως περιφερειακού δρώντος που μπορεί να συμβάλλει με αξιοπιστία στην προώθηση των δυτικών συμφερόντων, με τα οποία ταυτίζονται και τα ελληνικά.

Τα τουρκικά F-16
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, η υπόθεση των τουρκικών F-16 έχει ιδιαίτερες ευαισθησίες. Κύκλοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιθυμούν διακαώς να προωθηθεί το πακέτο της αγοράς 40 F-16 Block 70 και του εκσυγχρονισμού 80 παλαιότερων F-16 για την τουρκική Πολεμική Αεροπορία λόγω και της εξόδου της Τουρκίας από το πρόγραμμα συμπαραγωγής των F-35, αλλά αξιόπιστες πηγές τόνιζαν ότι αυτό δεν θα είναι καθόλου εύκολο.
Η πρόσφατη δε ενημέρωση της κυβέρνησης Μπάιντεν προς το Κογκρέσο για ορισμένα εξαρτήματα και όπλα των F-16 αφορούν προηγούμενο αίτημα που είχε καταθέσει η Αγκυρα επί προεδρίας Τραμπ, αν και δεν είναι σαφές μήπως μέρη αυτού ταυτίζονται με το νεότερο αίτημα της τουρκικής πλευράς.
Είναι σαφές, εκτιμούσαν άριστα ενημερωμένες πηγές, ότι η τελευταία εξαετία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, τόσο επί ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2016-2019 όσο και επί Νέας Δημοκρατίας μετά το 2019, χαρακτηρίστηκε από έναν οργασμό σε θέματα άμυνας και ασφάλειας. Εντός αυτού του χρονικού διαστήματος έλαβαν άλλωστε χώρα δύο τροποποιήσεις του Πρωτοκόλλου της MDCA, συνοδευόμενες από δύο επιστολές αμερικανών υπουργών Εξωτερικών, των Μάικ Πομπέο και Αντονι Μπλίνκεν, με τις οποίες προσφέρθηκαν «πολιτικές διαβεβαιώσεις» για τον σεβασμό της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας. Ωστόσο, η μείζων αλλαγή υπήρξε η σταδιακή μετατροπή της Αλεξανδρούπολης σε «Σούδας του Βορρά», δηλαδή σε μία βάση κομβική για τα αμερικανικά και δυτικά συμφέροντα, όπως αποκαλύπτει η χρησιμότητά της στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Δεν αποκλείεται η αμερικανική παρουσία τόσο στην Αλεξανδρούπολη όσο και σε άλλες περιοχές να λάβει και μονιμότερα χαρακτηριστικά.

Η προμήθεια των F-35
Οπως σημείωναν στο «Βήμα» έμπειροι αξιωματούχοι, η Αθήνα και προσωπικά ο Πρωθυπουργός αντιλαμβάνονται ότι αυτή τη στιγμή συντελείται ένα είδος «αλλαγής παραδείγματος» σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένη τη διαρκή τουρκική απειλή στην Ανατολική Μεσόγειο, η ελληνική πλευρά αποδίδει σημαντικότατη έμφαση στη σκληρή ισχύ. Αυτός είναι ο λόγος που μετά τις κομβικές αποφάσεις της αναβάθμισης 85 αεροσκαφών F-16 στην έκδοση Viper (Block 70) και αυτή που θα ακολουθήσει, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, των F-16 Block 50 σε Block 52+ Advanced, η Αθήνα αναμένεται να προχωρήσει στην αποστολή επιστολής (Letter of Request – LoR) σχετικά με την προμήθεια μίας μοίρας (20 ή 24) αεροσκαφών 5ης γενιάς F-35.
Η σκέψη αυτή, η οποία δεν είναι καινούργια, κινείται σε μία γραμμή, την οποία έχει περιγράψει «Το Βήμα» στο παρελθόν. Με δεδομένο ότι α) οι διαπραγματεύσεις επί της προμήθειας θα απαιτήσουν ένα διάστημα 18-24 μηνών, όπως τόνιζαν και κυβερνητικές πηγές, β) μετά το 2026 οι πληρωμές για την αναβάθμιση των F-16 στην έκδοση Viper μειώνονται δραματικά και γ) ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να κινηθεί άμεσα καθώς υπάρχουν στη σειρά πολλές παραγγελίες, το έτος 2028 φαντάζει ως το πιθανότερο για την άφιξη του πρώτου F-35 στη χώρα μας. Σε όλο τον σχεδιασμό πρέπει να συνυπολογίζεται και το υψηλό κόστος του αεροσκάφους που προσεγγίζει τα 80 εκατομμύρια δολάρια έκαστο. Η δε έγγραφη πρόταση της εταιρείας Lockheed Martin για εξαγορά ποσοστού στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) συνιστά μία επιπλέον ψήφο εμπιστοσύνης. Είναι πάντως δύσκολο να υπάρξει ουσιαστική συμπαραγωγή στα F-35 καθώς η σκληρή αλήθεια είναι ότι η Αθήνα έχασε πολλάκις στο παρελθόν την ευκαιρία να γίνει μέρος της κοινοπραξίας που κατασκευάζει το αεροσκάφος.

Drones και ελικόπτερα
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα F-35 αποτελούν το μόνο κομμάτι του σχεδιασμού, καθώς στο ελληνικό Πεντάγωνο και στο επιτελείο του Νίκου Παναγιωτόπουλου υπάρχουν προχωρημένες σκέψεις για ενίσχυση του ελληνικού οπλοστασίου σε τομείς που σήμερα εντοπίζονται κενά και πιο συγκεκριμένα στα μεταγωγικά αεροσκάφη και στα ελικόπτερα (Black Hawk και Chinook) που θα μπορούσε η Αθήνα να προμηθευθεί από τις ΗΠΑ. Και βέβαια, η Αθήνα θα επιμείνει, όπως είχε αποκαλύψει «Το Βήμα» ήδη από τον Φεβρουάριο, στην προμήθεια τριών MQ-9 Reaper.

Πιέσεις για να καμφθούν οι αντιστάσεις

Δεν ήταν μόνο ο Καρλούτσος που έδρασε καίρια για να πραγματοποιηθεί η επίσκεψη. Ο μεγιστάνας του real estate Τζορτζ Μάρκους, ο Αγγελος Τσακόπουλος (και η κόρη του και αντικυβερνήτης της Καλιφόρνιας Ελένη Τσακοπούλου-Κουναλάκη, που διατηρεί προσωπική φιλική σχέση με την αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις), ο Αντι Μανάτος, ο στενός φίλος και γενναίος χρηματοδότης του Τζο Μπάιντεν, ο Ντένις Μιλς, διαμόρφωσαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Βήματος», μία ελληνοαμερικανική «dream team», έναν πυρήνα ανθρώπων που ειδικά μετά τον Νοέμβριο του 2021 πίεσε επίμονα και αποτελεσματικά για να καμφθούν οι αντιστάσεις. Αποδείχθηκε επίσης πολύ σημαντική η «επένδυση» που έχει κάνει τα τελευταία χρόνια η ελληνική πλευρά στο Κογκρέσο. Ο πανίσχυρος πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας Ρόμπερτ Μενέντεζ «έριξε το βάρος του», το ίδιο και ο βουλευτής Γκας Μπιλιράκης, αλλά παράλληλα και ο Εντυ Ζεμενίδης, επικεφαλής του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου Ηγεσίας (Hellenic American Leadership Council – HALC).



Πηγή άρθρου www.in.gr