Ρίσκο με τη μη αναβολή στο άνοιγμα των σχολείων

Από την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» την Πρωτοχρονιά

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Εν αναμονή της σημερινής συνεδρίασης της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας ● Οι προτάσεις για αλλαγές στα υγειονομικά πρωτόκολλα.

Παγιδευμένη στις αρχικές καθησυχαστικές της διαβεβαιώσεις, που σήμερα όμως -μετά την ανεξέλεγκτη επέλαση της πανδημίας- έχουν ανατραπεί, βρίσκεται η κυβέρνηση, η οποία τώρα καλείται να διαχειριστεί το ζήτημα του ανοίγματος των σχολείων. Οπως προκύπτει και από τις χθεσινές σχετικές συσκέψεις στο μέγαρο Μαξίμου, η κυβέρνηση εμμένει στην αρχική της πρόθεση να ανοίξουν τα σχολεία κανονικά στις 10 Ιανουαρίου -αν και με ενδεχόμενες αλλαγές στα υγειονομικά πρωτόκολλα λειτουργίας τους-, παρότι επιστημονικές φωνές έχουν διατυπώσει σοβαρές ενστάσεις γι’ αυτό, προτείνοντας την παράταση κατά τουλάχιστον μία εβδομάδα των μαθητικών χριστουγεννιάτικων διακοπών, καθώς οι σχετικές εκτιμήσεις τοποθετούν την κορύφωση του πανδημικού αυτού κύματος στα μέσα Ιανουαρίου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένο ότι, παρά το τσουνάμι των κρουσμάτων, στην κυβέρνηση αυτή τη στιγμή δεν συζητούν για νέα περιοριστικά μέτρα, το ζήτημα των σχολείων βρέθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, στο επίκεντρο όλων των συσκέψεων που πραγματοποιήθηκαν χθες στο μέγαρο Μαξίμου.

Πέρα από τον λεγόμενο πρωινό καφέ, το θέμα συζητήθηκε και κατά την τακτική σύσκεψη για την πανδημία που διεξάγεται υπό τον πρωθυπουργό με τη συμμετοχή του υπουργείου Υγείας και του Σωτήρη Τσιόδρα, ενώ ξεχωριστές συνομιλίες του Κυρ. Μητσοτάκη υπήρξαν τόσο με τον υπουργό Υγείας Θάνο Πλεύρη όσο και με την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως. Και πού καταλήγουν όλα αυτά; Η κυβέρνηση επιμένει στην πρόθεσή της να μη δοθεί αναβολή στο άνοιγμα των σχολείων και τώρα περιμένει τη συνεδρίαση της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, η οποία αναμένεται να συγκληθεί σήμερα στις 2 μ.μ. και να συζητήσει για το θέμα των σχολείων και σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Παιδείας, «εφόσον υπάρξουν τελικές αποφάσεις θα ακολουθήσουν κοινές δηλώσεις στη συνέχεια» από τον Θ. Πλεύρη και τη Ν. Κεραμέως.

Ως επιχείρημα για το άνοιγμα των σχολικών μονάδων στις 10 Ιανουαρίου, στην κυβέρνηση λένε ότι προτιμούν τα παιδιά υπό την υγειονομική επιτήρηση του σχολείου απ’ ό,τι σε μη ελεγχόμενους χώρους εκτός σχολικών μονάδων. Ωστόσο αυτό δεν απαντά στο ερώτημα γιατί τα παιδιά είναι πιο ασφαλή σε χώρους μαζικού συγχρωτισμού, όπως τα σχολεία, απ’ ό,τι στα σπίτια τους.

Οσον αφορά το ενδεχόμενο αλλαγών στα υγειονομικά πρωτόκολλα λειτουργίας των σχολείων, κυβερνητικές πηγές λένε ότι αυτές δεν θα αφορούν την αντικατάσταση των υποχρεωτικά διενεργούμενων self tests με rapid tests (σενάριο που ακουγόταν). Στην κυβέρνηση, κατά βάση εστιάζουν τις αλλαγές αυτές στο ενδεχόμενο αύξησης του αριθμού των υποχρεωτικών για τους μαθητές self tests, που σήμερα είναι δύο την εβδομάδα, αλλά και στο ενδεχόμενο επέκτασης της υποχρεωτικής διενέργειας τεστ και για τους εμβολιασμένους μαθητές, οι οποίοι τώρα εξαιρούνται από το μέτρο αυτό. Ομως το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει είναι αν θα αλλάξει -δηλαδή αν θα μειωθεί- το περιβόητο 50%+1 των μαθητών που απαιτείται να νοσήσει προκειμένου να κλείσει το τμήμα, την ώρα μάλιστα που η κυβέρνηση αρνείται να προχωρήσει σε αραίωση των σχολικών τμημάτων.

Επιχείρηση υποβάθμισης

Κατά τα λοιπά, παρά την ανεξέλεγκτη έξαρση της πανδημίας, η κυβέρνηση δεν σταματά να προεξοφλεί διαρκώς το τέλος της, συνεχίζοντας έτσι να στέλνει μηνύματα χαλάρωσης και εφησυχασμού στους πολίτες, με τον υπουργό Ανάπτυξης Αδωνι Γεωργιάδη να λέει χθες (ΑΝΤ1) ότι «σε έναν-ενάμιση μήνα η πανδημία θα έχει τελειώσει, ο τουρισμός μας θα πάει καταπληκτικά φέτος». Μάλιστα, ενώ η εξάπλωση των κρουσμάτων είναι καθημερινά ραγδαία, ο κ. Γεωργιάδης επιχείρησε να την υποβαθμίσει λέγοντας ότι «δεν πρέπει να μετράμε και δεν πρέπει ο οδηγός των αποφάσεών μας να είναι ο αριθμός των κρουσμάτων.

Αυτό που μας ενδιαφέρει πια είναι η πίεση στο σύστημα Υγείας. Μέχρι στιγμής η πίεση στο σύστημα Υγείας δεν ακολουθεί τον αριθμό των κρουσμάτων», είπε χτυπώντας… ξύλο και φτύνοντας στο πέτο του. Και όλα αυτά ενώ η κυβέρνηση αρνείται να ενισχύσει πραγματικά το ΕΣΥ με προσλήψεις προσωπικού και άνοιγμα ΜΕΘ, ούτως ώστε να μην έχει ανάγκη το… φτύσιμο στο πέτο του υπουργού Ανάπτυξης.

«Οταν μια κυβέρνηση δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα, δεν νιώθει την ανάγκη να κάνει οτιδήποτε για να στηρίξει το ΕΣΥ και τους ανθρώπους του, αδιαφορεί για την υγειονομική ανασφάλεια και την οικονομική επιβάρυνση των πολιτών αρνούμενη τη συνταγογράφηση και αποζημίωση των τεστ (rapid και PCR), εγκαταλείποντάς τους σε ατελείωτες ουρές έξω από δομές και διαγνωστικά κέντρα», σχολίασε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αύξηση των σημείων των τεστ και ανώτατη τιμή για ράπιντ (7 ευρώ) και PCR (40 ευρώ) «τουλάχιστον για τις επόμενες 15 μέρες, οπότε και αναμένεται η κορύφωση της πανδημίας», ζήτησε το ΚΙΝ.ΑΛΛ.

Πηγή άρθρου www.efsyn.gr