Επιστροφή ΗΠΑ στη διεθνή συνεργασία

Στην πρώτη εφετινή σύνοδο κορυφής του G7, μέσω τηλεδιάσκεψης, κεντρικό θέμα ήταν ο συντονισμός της Δύσης στη μάχη κατά της COVID-19 (φωτ. EPA).

Για πρώτη φορά ύστερα από την εγκατάστασή του στον Λευκό Οίκο, ο Τζο Μπάιντεν τοποθετήθηκε χθες στο κέντρο της διεθνούς σκηνής με δύο σημαντικές παρεμβάσεις για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Με τις ομιλίες του στην ετήσια διεθνή σύνοδο ασφαλείας του Μονάχου και στη σύνοδο κορυφής της ομάδας G7 (και οι δύο σύνοδοι πραγματοποιήθηκαν μέσω τηλεδιασκέψεων, λόγω πανδημίας), ο νέος Αμερικανός πρόεδρος έστειλε σε συμμάχους και αντιπάλους το ίδιο μήνυμα: οι ΗΠΑ επιστρέφουν στον δρόμο των συμμαχιών και της διπλωματίας για τα καίρια διεθνή προβλήματα, εγκαταλείποντας το δόγμα απομονωτισμού και  μονομερών ενεργειών που ασπαζόταν ο προκάτοχός του και συμπυκνώθηκε στο σύνθημα «America First» (πρώτα η Αμερική).

Στην πρώτη φετινή σύνοδο κορυφής του G7, υπό την προεδρία του Βρετανού πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον, κεντρικό θέμα ήταν ο συντονισμός των ισχυρότερων δυνάμεων της Δύσης στη μάχη κατά της COVID-19. Εχοντας ήδη αναγγείλει την απόφασή του για επιστροφή των ΗΠΑ στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, από τον οποίο είχε αποχωρήσει η κυβέρνηση Τραμπ, ο Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε ότι θα διαθέσει ποσό 4 δισ. δολαρίων για τη στήριξη του προγράμματος Covax, που έχει δρομολογήσει ο διεθνής οργανισμός με στόχο τη διάθεση ικανοποιητικών ποσοτήτων εμβολίων στις πιο φτωχές χώρες του κόσμου. 

Από χθες, οι ΗΠΑ συμμετέχουν εκ νέου και σε μια άλλη μεγάλης σημασίας διεθνή πρωτοβουλία, τη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, από την οποία επίσης είχαν αποδεσμευθεί επί κυβέρνησης Τραμπ. Νωρίτερα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε ανακοινώσει ότι οι ΗΠΑ θα δεχθούν πρόσκληση της Ε.Ε. για συμμετοχή τους σε συνάντηση των επτά χωρών που υπέγραψαν τη συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία, Ιράν, Γερμανία). Η κίνηση αυτή συνοδευόταν από το άνοιγμα του παραθύρου για άρση των κυρώσεων κατά του Ιράν και προκάλεσε «ανησυχία» στον Ισραηλινό πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Στη διάσκεψη του Μονάχου, ο Μπάιντεν αναμενόταν να αναφερθεί, πλην του ιρανικού, και στο πρόβλημα του Αφγανιστάν, όπως και στην ανάγκη κοινού μετώπου των δυτικών δημοκρατιών απέναντι στις προκλήσεις που θέτουν Κίνα και Ρωσία. 

Οπως διευκρίνισε, όμως, ανώτατος Αμερικανός αξιωματούχος που μίλησε στο πρακτορείο Reuters με την προϋπόθεση της ανωνυμίας, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εννοεί να εγκαινιάσει «έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο» με τους δύο βασικούς ανταγωνιστές της χώρας του στον διεθνή στίβο.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του πρακτορείου Bloomberg και του τηλεοπτικού δικτύου Al Jazeera, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα αποφύγει να προκαλέσει τη Γερμανία επιβάλλοντας κυρώσεις για την κατασκευή του αγωγού μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου NordStream 2, όπως σχεδίαζε η κυβέρνηση Τραμπ. Οι όποιες κυρώσεις θα αφορούν κάποιες ρωσικές εταιρείες και όχι επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα στη Γερμανία. 

Στη διάσκεψη του Μονάχου επρόκειτο να μιλήσουν, επίσης, η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, ο γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, ο Μπόρις Τζόνσον, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ και άλλες προσωπικότητες.

Πηγή άρθρου www.kathimerini.gr