Αφιέρωμα «Κ»: Μετά τη Μέρκελ, τι

Κατά τη διάρκεια των πιο σκοτεινών ημερών της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, η Αγκελα Μέρκελ έμοιαζε να είναι ο τελευταίος ενήλικος στη διεθνή σκηνή. Με τις ΗΠΑ να διοικούνται από εξτρεμιστή, τη Βρετανία σε κατάσταση χάους, την Ινδία να κατευθύνεται προς την απολυταρχία και τις Ρωσία και Κίνα πιο καταπιεστικές από ποτέ άλλοτε, η καγκελάριος της Γερμανίας δεχόταν επαίνους ως «ηγέτης του ελεύθερου κόσμου».

Τώρα που η Μέρκελ ετοιμάζεται να εγκαταλείψει την καγκελαρία ύστερα από 16 χρόνια στην εξουσία –ορκίστηκε την εποχή των Τζορτζ Μπους, Τόνι Μπλερ, Ζακ Σιράκ και Μπερλουσκόνι– αγωνία επικρατεί για το τι θα ακολουθήσει. Η Γερμανία κινδυνεύει άραγε με «Τραμποποίηση» μετά τη Μέρκελ; Ο ρόλος του Βερολίνου ως υπερασπιστή της δημοκρατίας στον κόσμο θα υποστεί πλήγμα;

Οι ερωτήσεις αυτές βασίζονται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Παρότι η Μέρκελ αξίζει επαίνων για τη σταθερότητα και την ανθρωπιά της, η Γερμανία θα συνεχίσει να κυβερνάται από μετριοπαθείς πολιτικούς. Αν και η Μέρκελ νοιάζεται αληθινά για τις δημοκρατικές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, έπραξε ελάχιστα ενόσω βρισκόταν στην εξουσία, για να τα προστατεύσει, ενώ ο διάδοχός της θα κληρονομήσει την ικανότητά της να συνδυάζει την υψιπετή ηθική ρητορική με την προθυμία σύναψης συμφωνιών με τους χειρότερους δικτάτορες. Η συνταξιοδότηση της Μέρκελ μπορεί να μοιάζει με ιστορικής σημασίας μετάβαση, αλλά η Γερμανία δεν πρόκειται να αλλάξει μετά την αποχώρησή της.

Ελάχιστες πιθανότητες

Οι πιθανότητες της Μέρκελ να αναρριχηθεί στην εξουσία ήταν από την αρχή ελάχιστες. Μια γυναίκα, μέλος της Προτεσταντικής Εκκλησίας από την Ανατολική Γερμανία, ήταν ήδη «αουτσάιντερ» στο ανδροκρατούμενο δυτικογερμανικό CDU και το βαυαρικό CSU. Η Μέρκελ δεν είναι χαρισματική και δεν διακρίνεται για τη ρητορική της δεινότητα, προτιμώντας τις κοφτές και σαφείς ανακοινώσεις από τους μακροσκελείς λόγους. Οταν ο μέντοράς της, Χέλμουτ Κολ, τη διόρισε υπουργό Γυναικείων Θεμάτων, την αποκάλεσε δημόσια «το μικρό κορίτσι μου».

Η απόσταση που χώριζε τη Μέρκελ από τον πυρήνα της κομματικής εξουσίας αποδείχθηκε σωτήρια για την ίδια, μετά τις αποκαλύψεις για οικονομικά σκάνδαλα εις βάρος της ανώτατης ηγεσίας του κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Με την ηγεσία να αντιμετωπίζεται πλέον με καχυποψία από τους ψηφοφόρους, ήταν εύκολο για το «κοριτσάκι του Κολ» να εμφανισθεί ως αμέτοχη στα σκάνδαλα. Επιδεικνύοντας αποφασιστικότητα και αδυσώπητη πολιτική στοχοπροσήλωση, η Μέρκελ κατήγγειλε τον πάλαι ποτέ μέντορά της, για να κατακτήσει την ηγεσία του κόμματος.

afieroma-k-meta-ti-merkel-ti2

Μετά τη νίκη της με μικρή διαφορά στις εκλογές και τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, η Μέρκελ έδειξε ότι δεν φιλοδοξούσε να καθορίσει την πολιτική ατζέντα, αναμένοντας υπομονετικά να διαγνώσει τις επιθυμίες του κοινού γύρω από τα φλέγοντα ζητήματα της στιγμής. Η τακτική αυτή έγινε το σήμα κατατεθέν της καγκελαρίου. Απαλλαγμένη από κάθε ίχνος ματαιοδοξίας, περιόρισε τις δημόσιες εμφανίσεις της στις απολύτως αναγκαίες. Η απουσία της από τα ΜΜΕ δεν επέτρεψε έτσι στους Γερμανούς να τη βαρεθούν, παρά τη μακροβιότητά της στην πολιτική σκηνή.

Ολα αυτά βοηθούν στην ερμηνεία της πολιτικής ισχύος της Μέρκελ. Εχοντας μεγαλώσει σε μια δικτατορία, νομιμοποιείτο να μιλάει με πάθος για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Σαν αουτσάιντερ, συνειδητοποιούσε τις ανάγκες των λιγότερο τυχερών, ενώ σαν ιδεολογικά μετριοπαθής πολιτικός απέφυγε να κολακέψει τη συντηρητική εκλογική βάση του κόμματός της με επικρίσεις εναντίον μεταναστών ή προσφύγων.

Κάποια από τα γνωρίσματα αυτά εξηγούν, όμως, και τις πολιτικές αδυναμίες της Μέρκελ. Σύμφωνα με τις δημόσιες δηλώσεις της ίδιας της καγκελαρίου, η Μέρκελ υπήρξε αξιοθαύμαστη ηγέτις. Σύμφωνα με το έργο της, όμως, η κληρονομιά της είναι αμφιλεγόμενη, καθώς η Γερμανία απέτυχε στις τρεις μεγαλύτερες προκλήσεις των τελευταίων δύο δεκαετιών.

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση εμφανίσθηκε στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, όταν χώρες της νότιας Ευρώπης εισήλθαν σε επικίνδυνη δίνη εξωτερικού χρέους. Ενας αποφασιστικός ηγέτης θα είχε προσφέρει στα κράτη αυτά γενναιόδωρο πακέτο οικονομικής στήριξης ή θα τα οδηγούσε συνειδητά εκτός της ζώνης του ευρώ. Η Ε.Ε., υπό την καθοδήγηση της Μέρκελ, επέλεξε βαθιά καταστρεπτική πολιτική που διήρκεσε μία δεκαετία. Τελικά, η Ε.Ε. απέφυγε το χειρότερο σενάριο, που θα ήταν η οικονομική κατάρρευση μιας χώρας και η άτακτη έξοδός της από το ευρώ. Το κοινωνικό κόστος για τη φαινομενική αυτή επιτυχία υπήρξε, όμως, πολύ υψηλότερο από ό,τι θα έπρεπε, ενώ η αποτυχία επίλυσης των δομικών προβλημάτων ενδέχεται να έχει καταστροφικές συνέπειες για τις χώρες αυτές στην επόμενη οικονομική κρίση.

Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση έχει να κάνει με την άνοδο του αυταρχικού λαϊκισμού στην κεντρική Ευρώπη. Οταν ο Βίκτορ Ορμπαν εξελέγη για πρώτη φορά στην εξουσία, η Ε.Ε. θα μπορούσε να έχει επιβάλει πραγματικές κυρώσεις στην Ουγγαρία, εμποδίζοντας τη διολίσθηση της χώρας προς την απολυταρχία. Αντί για αυτό, η Μέρκελ αντιστάθηκε σε τέτοιες προτάσεις, επιτρέποντας στο κόμμα του Ορμπαν να παραμείνει μέλος της Χριστιανοδημοκρατικής ομάδας του Ευρωκοινοβουλίου. Σήμερα, η Ουγγαρία έπαψε να είναι μια δημοκρατική χώρα, ενώ άλλοι ακροδεξιοί ηγέτες έσπευσαν να μιμηθούν το παράδειγμα του Ορμπαν. Αυταρχικοί Ευρωπαίοι ηγέτες μπορούν σήμερα να προστατεύουν ο ένας τον άλλο, ασκώντας βέτο σε κάθε προσπάθεια των Βρυξελλών για επιβολή κυρώσεων. Ανίκανη να ελέγξει τους δικτατορίσκους στο εσωτερικό της με θεσμικά μέσα, η Ε.Ε. έπαψε να είναι ένωση δημοκρατιών.

Η τρίτη μεγάλη πρόκληση

Η τρίτη μεγάλη πρόκληση εμφανίσθηκε όταν εκατομμύρια πρόσφυγες αναζήτησαν καταφύγιο στην Ευρώπη από τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία. Η απόφαση της Μέρκελ να μην κλείσει τα γερμανικά σύνορα και τα ζεστά λόγια της για τους πρόσφυγες την έκαναν δημοφιλή στη διεθνή σκηνή. Η καγκελάριος ουδέποτε πίστεψε, όμως, στη γενναιόδωρη και χωρίς διάκριση παροχή ασύλου. Η απόφασή της για ανοικτά σύνορα ήταν κυρίως αποτέλεσμα της αναποφασιστικότητάς της και των γραφειοκρατικών δυσλειτουργιών του γερμανικού κράτους. Παρότι η Μέρκελ συνέχισε στις δημόσιες δηλώσεις της να αντιστέκεται στις προτάσεις για ανακοπή του προσφυγικού ρεύματος, έπραξε ό,τι μπορούσε για αυτό. Η πολιτική της ευνόησε την άνοδο του ακροδεξιού AfD, που έχει αναδειχθεί σε μόνιμο παίκτη της πολιτικής σκηνής. Χάρη σε σειρά συμφωνιών με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, η Γερμανία εξασφάλισε τη «στεγανότητα» των συνόρων της. Αν και συνεχίζει να δέχεται πρόσφυγες, η μεγάλη πλειοψηφία από αυτούς δεν έχουν τρόπο να προσεγγίσουν τη Γερμανία.

Τρεις υποψήφιοι διεκδικούν τη διαδοχή της Μέρκελ στην καγκελαρία. Εκ πρώτης όψεως, οι διαφορές μεταξύ τους είναι μεγάλες. Ο ήπιου χαρακτήρα καθολικός από τη Ρηνανία, Αρμιν Λάσετ, μέλος των Χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ, ο γλυκομίλητος δήμαρχος του Αμβούργου, Ολαφ Σολτς, επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών, και η νεαρή βουλευτής από το Αννόβερο, Αναλένα Μπέρμποκ, επικεφαλής των Πρασίνων, είναι οι τρεις διεκδικητές της εξουσίας.

Παρά τις διαφορές μεταξύ τους σε ό,τι αφορά την ηλικία, το βιογραφικό και τις ιδεολογικές καταβολές, οι τρεις αντίπαλοι παρουσιάζουν τις υποψηφιότητές τους ως μορφές συνέχισης και διατήρησης της σταθερότητας στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ολοι τους είναι κοινωνικά προοδευτικοί, χωρίς να εγείρουν αριστερίστικα αιτήματα. Και οι τρεις πιστεύουν στο ισχυρό κράτος πρόνοιας, ενώ υπόσχονται δημοσιονομική πειθαρχία. Και οι τρεις υπερασπίζονται την ανάγκη ύπαρξης του ΝΑΤΟ και θεωρούν τις ΗΠΑ στενό σύμμαχο, αλλά είναι απρόθυμοι να δαπανήσουν τα αναγκαία κεφάλαια για τον εκσυγχρονισμό του γερμανικού στρατού και την ανάδειξη της χώρας σε σοβαρό γεωστρατηγικό παίκτη. Κατά τη διάρκεια πρόσφατου τηλεοπτικού ντιμπέιτ, οι συντονιστές έμοιαζαν να απελπίζονται, καθώς οι τρεις υποψήφιοι δεν διαφοροποιούνταν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους. Ακόμη και όταν κλήθηκαν από δημοσιογράφους να επικρίνουν τους αντιπάλους τους, οι υποψήφιοι καγκελάριοι αρνήθηκαν ευγενικά να το κάνουν.

Το αποτέλεσμα είναι μια προεκλογική εκστρατεία που είναι ταυτόχρονα ασταθής, αλλά και περιέργως πληκτική. Παρότι οι ψηφοφόροι αγνοούν ποιος θα είναι ο επόμενος καγκελάριος της χώρας ή τι είδους κυβέρνηση συνασπισμού θα σχηματισθεί μετά τις εκλογές, οι περισσότεροι συμφωνούν ότι το πρόσωπο του καγκελαρίου δεν θα κάνει τη διαφορά.

Για την ώρα, τα πράγματα δείχνουν ότι οι Σοσιαλδημοκράτες, τα εκλογικά ποσοστά των οποίων βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση τα τελευταία χρόνια κάνοντας τους ειδικούς να προβλέπουν επανειλημμένα τον θάνατο του κόμματος, ενδέχεται να καταλάβουν την πρώτη θέση. Από την αρχή της εκστρατείας, ο Σολτς –ένας πολιτικός με τις κεντροαριστερές ιδεολογικές πεποιθήσεις του Μπιλ Κλίντον, που στερείται όμως χαρίσματος– ποντάρισε ότι οι ψηφοφόροι θα εκτιμούσαν την ήρεμη αποτελεσματικότητά του. Την ώρα που ο Λάσετ και η Μπέρμποκ συνεχίζουν τις γκάφες, η πληκτική πολιτική τακτική του Σολτς ίσως αποφέρει τους αναμενόμενους καρπούς.

Τις πρώτες ημέρες της εκστρατείας, οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν ότι οι Σοσιαλδημοκράτες θα καταποντίζονταν στην τρίτη θέση, πίσω από τους Πρασίνους και τους Χριστιανοδημοκράτες. Σήμερα, το κόμμα του Σολτς προηγείται των δύο αντιπάλων του. Παρότι η ιστοσελίδα στοιχημάτων PredictIt έδινε στις αρχές Αυγούστου στον Σολτς μόλις μία στις είκοσι πιθανότητες να εκλεγεί καγκελάριος, σήμερα ο Σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος αποτελεί το φαβορί της αναμέτρησης. 

Τα καλά νέα για τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου είναι ότι η κάλπη δεν αναμένεται να προκαλέσει σημαντικές αλλαγές στη χώρα. Ανεξάρτητα από το εάν η Αναλένα Μπέρμποκ, ο Αρμιν Λάσετ ή ο Ολαφ Σολτς εκλεγούν στην καγκελαρία, η Γερμανία θα παραμείνει για το προσεχές μέλλον μια σταθερή και ανεκτική δημοκρατία. Κανείς από τους τρεις υποψήφιους δεν έχει την πρόθεση ή τον κατάλληλο χαρακτήρα για να μιμηθεί τους αυταρχικούς λαϊκιστές, το άστρο των οποίων μεσουρανεί σε τόσες χώρες τα τελευταία χρόνια. Το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), από τη μεριά του, αναμένεται να απολέσει σημαντική μερίδα της στήριξής του, παρά τα ισχυρά ποσοστά που εξασφάλισε πριν από τέσσερα χρόνια. 

Τα κακά νέα των γερμανικών εκλογών είναι τα ίδια με τα καλά. Οι εκλογές δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές στη χώρα. Την εποχή της Μέρκελ, η Γερμανία υπήρξε λιγότερο φάρος δημοκρατίας και ανθρώπινων δικαιωμάτων από ό,τι πίστευαν οι διεθνείς παρατηρητές. Η χώρα ενίσχυσε τις οικονομικές σχέσεις της με την Κίνα, προχώρησε στην κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου μεγάλης σημασίας για το Κρεμλίνο, νομιμοποίησε «μικροδικτάτορες» σε Ουγγαρία και Πολωνία και υπέγραψε ανήθικες συμφωνίες με την Τουρκία και άλλα κράτη. Η υποκρισία αυτή αναμένεται να χαρακτηρίσει την εξωτερική πολιτική του Βερολίνου ακόμη και μετά την αποστρατεία της Μέρκελ.

Οσοι ενδιαφέρονται για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν χρειάζεται να ανησυχούν για τη Γερμανία. Δεν υπάρχουν, όμως, λόγοι ή ενδείξεις που θα μας έκαναν να έχουμε μεγάλες προσδοκίες για τους προηγούμενους, τους παρόντες ή τους μελλοντικούς ηγέτες της.

*Ο Yascha Mounk διδάσκει πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Jonh’s Hopkins των ΗΠΑ.

Πηγή άρθρου www.kathimerini.gr